η άλλη πρόταση

Συζητάμε για το περιβάλλον, τον πολιτισμό, την τοπική αυτοδιοίκηση, για την πόλη που ζούμε

Τοπική Αυτοδιοίκηση και διαχείριση πολιτισμικών αγαθών

του Γεωργίου Κόνδη

Δημοσιεύτηκε στην «Αργολίδα», Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

 

Η ιστορία της αστικής ανάπτυξης στη χώρα μας είναι ένα πεδίο όπου διαγκωνίζονται για την πρώτη θέση η αναπτυξιακή τσαπατσουλιά τριτοκοσμικής υφής και η καταστροφική μανία κάθε στοιχείου αστικής προσωπικότητας που συνδυάζει ιστορικό παρελθόν, κουλτούρα και συνακόλουθη διαίσθηση χρηστής διαχείρισης των πολιτισμικών αγαθών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

       Οι λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό, προέρχονται είτε από τη δράση και τις παρεμβάσεις φωτισμένων ανθρώπων, είτε από την ανακάλυψη, τυχαία και μη, ενός πολιτισμικού περιβάλλοντος που αποδίδει οικονομικό κέρδος. Για το πρώτο μπορούμε μόνο να πούμε πως είναι τυχερές οι τοπικές κοινωνίες που ευτύχησαν να γνωρίσουν τέτοιους ανθρώπους. Το δεύτερο όμως, αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα μεγάλο πεδίο έντονων συζητήσεων και αναζητήσεων : μπορεί η διαχείριση των πολιτισμικών αγαθών να συμβάλει στην αστική ανάπτυξη και στην ανάπτυξη γενικότερα; Μπορεί η διαχείριση αυτή να οργανώνεται έξω από κάθε λογική οικονομικού κέρδους ή μπορεί να συνυπάρχει με σχετικές οικονομικές δραστηριότητες ή ακόμα, είναι μοιραίο να υποκύπτει στη λογική των κανόνων της αγοράς και του οικονομικού κέρδους;

 

  1. Chateau des Comtes (Γάνδη – Βέλγιο). Έκθεση «οργάνων σοφρωνισμού».

Το άρθρο που δημοσιεύτηκε πρόσφατα (17-18/9/2011) στον τοπικό τύπο από τους Κ.Καράπαυλο και Μπ. Αντωνιάδη της Ναυπλιακής «Άλλης Πρότασης» (Μπούρτζι : ένα σύγχρονο εγκληματολογικό μουσείο), αποτελεί μια νέα εξαιρετική παρέμβαση-πρόταση που εκτός από την τοπική σημασία της, εμπεριέχει σημαντικά στοιχεία που εμπλουτίζουν το διάλογο γύρω από τα θέματα της αστικής ανάπτυξης και απαντούν στο παραπάνω ερώτημα. Είναι επομένως μια καλή ευκαιρία διαλόγου ακόμα κι αν το Ναύπλιο, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο, είναι ασυγκρίτως πιο εξελιγμένο και δεκτικό σε θέματα διαχείρισης των πολιτισμικών αγαθών από πολλές άλλες πόλεις της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Βρίσκω εξάλλου πως είναι καλή ευκαιρία για διάλογο, καθώς προετοίμασα μια σειρά κειμένων για το ίδιο θέμα χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα την πόλη του Άργους και θα δημοσιευτούν στη συνέχεια.

       Ας δούμε πολύ σύντομα πια είναι τα βασικά στοιχεία της πρότασης και τη σημασία τους σε μια γενικότερη συλλογιστική αστικής ανάπτυξης.

Το πρώτο σημείο αφορά στις πολιτικές ανάδειξης ενός  μνημείου και στη λογική με την οποία η Τοπική Αυτοδιοίκηση αναπτύσσει ή εγκαταλείπει όλα εκείνα τα στοιχεία της πολιτισμικής της κληρονομιάς που δεν αποφέρουν άμεσο κέρδος ή ακόμα, λόγω της ανικανότητας των αυτοδιοικητικών αρχών να κατανοήσουν τη σημασία των στοιχείων αυτών στην τοπική ανάπτυξη.  Η εγκατάλειψη ενός τόσο σημαντικού μνημείου (το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς για το Κάστρο και άλλα μνημεία του Άργους), συνδέεται με τις λογικές αυτές.

Το δεύτερο σημείο αφορά σε μια προσπάθεια όχι απλής διαχείρισης και εκμετάλλευσης ενός πολιτισμικού αγαθού, αλλά κυρίως στις συνθετικές του  ιδιότητες και ικανότητες. Με άλλα λόγια, είναι μια καλή πρόταση η μετατροπή της καστρονησίδας σε εγκληματολογικό μουσείο. Είναι ακόμα καλύτερες οι συνθέσεις που προκύπτουν από την εμπλοκή μεγάλων πανεπιστημιακών σχολών (Ιατρική, Νομική) και των Σχολών της Αστυνομίας, δίνοντας ακριβώς τη διάσταση που χρειάζεται τόσο ο συγκεκριμένος χώρος όσο και ολόκληρη η πόλη : χώρος (χώροι) ανοικτός στη σύνθεση επιστήμης, ιστορίας, πολιτισμικής έκφρασης και παραγωγής, ψυχαγωγίας. Μένει να ξεπεραστεί, χωρίς καμιά συζήτηση και ενδοιασμό, ο μικρός φόβος που εκφράζεται από τους δύο συγγραφείς για πιθανές αντιδράσεις της τοπικής πανεπιστημιακής σχολής. Διότι ενώ το προτεινόμενο εγχείρημα προκύπτει από αναπτυξιακές λογικές ανοιχτής κοινωνίας, ο φόβος προκαλείται από λογικές φεουδαρχικής ιδιοκτησίας.

Castel dell’ Ova (Νάπολι-Ιταλία). Καστρονησίδα (1154 μ.Χ.). Μεταξύ των εκθεμάτων και η αίθουσα «σοφρωνισμού».

Το τρίτο σημαντικό στοιχείο, είναι ακριβώς ο αρμονικός συνδυασμός της οικονομικής δραστηριότητας με τη διαχείριση ενός πολιτισμικού αγαθού προς όφελος της παιδείας και της κουλτούρας των πολιτών. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί σήμερα και την καρδιά που κάνει να κινείται μια σοβαρή αστική αναπτυξιακή διαδικασία. Το προτεινόμενο μουσείο συμβιώνει με την ιδέα λειτουργίας ενός αναψυκτηρίου, ενός πωλητηρίου εκθεμάτων ή ακόμα χώρου εκδηλώσεων.

       Οι προτάσεις του είδους αυτού συνδέονται επίσης και με ένα άλλο θέμα που συχνά παίζει ρόλο στη λήψη αποφάσεων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση σχετικά με την διαχείριση των πολιτισμικών αγαθών. Θεωρείται πως υπάρχουν μέρη της τοπικής ιστορίας που η ανάδειξη και χρησιμοποίησή τους δημιουργεί μια ευχάριστη εικόνα  της πόλης. Αντίθετα, υπάρχουν άλλα που δημιουργούν απέχθεια και λειτουργούν αρνητικά για την εικόνα της. Γιατί τώρα να αναμοχλεύουμε τις ιστορίες των φυλακών και των δημίων και να δημιουργούνται χώροι αναβίωσης ανατριχιαστικών βασανιστηρίων, όταν το ίδιο το μνημείο μπορεί κανείς να  το επισκεφτεί με την εικόνα «μιας φρουράς για την ασφάλεια του λιμανιού» ή κάτι αντίστοιχο; Η λογική αυτή εκτός από ανιστόρητη αποτελεί και σημαντικό παράδειγμα της κυρίαρχης μικροαστικής αντίληψης περί πολιτισμού. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει , για παράδειγμα, με τη βιομηχανική ιστορία μιας πόλης (π.χ. Άργος). Όταν οι αναπτυγμένες οικονομικά και πολιτισμικά χώρες της Ευρώπης δίνουν μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη της βιομηχανικής αρχαιολογίας και στην ανάδειξη των «παλαιών παραγωγικών/βιομηχανικών δομών» ως μνημείων, στην Ελλάδα προσπαθούμε να τα γκρεμίσουμε ή να εξαλείψουμε κάθε τεκμήριο ύπαρξης.

Σαπωνοποιείο στο Πλωμάρι Λέσβου. Με την αποκατάσταση δημιουργήθηκε δημοτικός ξενώνας 8 δωματίων, βιβλιοθήκη, αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, αναψυκτήριο, κ.α.

Πριν  πέντε χρόνια (Αργολίδα, 14-15 Οκτωβρίου 2006) είχα δημοσιεύσει με τον τίτλο «Η πολιτισμική και οικονομική διάσταση της τοπικής ιστορίας ως μηχανισμός ανάπτυξης», παραδείγματα τέτοιων βιομηχανικών δομών από το Σουφλί, τη Λέσβο, κλπ. Μεταξύ άλλων, ανέφερα το παράδειγμα του εργοστασίου του «Κύκνου» στη Δαλαμανάρα, ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής που παραμένει ανεκμετάλλευτο από το Δήμο, την Περιφέρεια, το Κράτος, όταν δίνουν τεράστια ποσά για ενοικίαση κτιρίων που η κακογουστιά τους συναγωνίζεται σε έκταση και ένταση το κόστος τους.  Επομένως, η διαχείριση των πολιτισμικών αγαθών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο είναι ζήτημα προσανατολισμών και κουλτούρας. Και για τα δυο η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ιδιαίτερα σήμερα, έχει την κύρια οργανωτική και αναπτυξιακή ευθύνη και ακριβώς εδώ αρχίζουν τα δύσκολα! Μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοιου είδους αναπτυξιακές λογικές και εγχειρήματα;  

Advertisements

No comments yet»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: